Συχνές Ερωτήσεις (old)

Συχνές ερωτήσεις - απαντήσεις για τον Εξωδικαστικό Μηχανισμό Ρύθμισης Οφειλών

Ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών αποτελεί εξωδικαστική διαδικασία ρύθμισης χρηματικών οφειλών προς χρηματοδοτικούς φορείς. το Δημόσιο και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός αποσκοπεί να παρέχει στους πιστωτές λειτουργικό περιβάλλον διαμόρφωσης προτάσεων ρύθμισης των οφειλών του εκάστοτε οφειλέτη, με σκοπό να αποφύγουν την πτώχευση.

Ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών παρέχει τη δυνατότητα για την αναδιάρθρωση όλων των οφειλών. Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα ελεύθερης διαμόρφωσης της ρύθμισης των οφειλών προς χρηματοδοτικούς φορείς, χωρίς να τίθεται όριο στον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης. Όμως, για την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τίθεται ως ανώτατο όριο δόσεων της ρύθμισης, οι διακόσιες σαράντα (240) δόσεις.

Ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός αποτελεί μία ολιστική και βιώσιμη λύση για φυσικά και νομικά πρόσωπα με οφειλές άνω των 10.000 ευρώ προς το Δημόσιο, Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τράπεζες, servicers καθώς και για οφειλές και υπέρ τρίτων που εισπράττονται από τη φορολογική διοίκηση. Τέλος, υπενθυμίζεται, ότι έχει αρθεί ο περιορισμός που ίσχυε στο παρελθόν για το 90% οφειλών σε έναν μόνο φορέα. Στα οφέλη ένταξης στον Μηχανισμό συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

  • Αναστολή των μέτρων ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη εφόσον τηρείται η ρύθμιση.
  • Έκδοση αποδεικτικού φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας.
  • Ρύθμιση των δανείων που έχουν εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
  • Δυνατότητα διαγραφής βασικής οφειλής, τόκων, προστίμων & προσαυξήσεων.
  • Μερική διαγραφή χρέους ενώ αποφεύγεται η προσφυγή σε δικαστικές λύσεις. Προϋπόθεση είναι η απόδειξη πραγματικής οικονομικής αδυναμίας από την πλευρά του οφειλέτη, των συνοφειλετών, καθώς και των εγγυητών.
  • Δημιουργία ενός μακροχρόονιου πλάνου αποπληρωμής των οφειλών που φθάνουν έως τις 240 δόσεις για οφειλές προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και έως 420 δόσεις προς χρηματοπιστωτικούς φορείς.
  • Έως 75% επί της βασικής οφειλής προς το Δημόσιο.
  • Έως 85% επί των προσαυξήσεων των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς ΑΑΔΕ και e-ΕΦΚΑ.
  • Έως 95% επί των προστίμων της ΑΑΔΕ.
  • Έως 80% επί της βασικής οφειλής, καθώς και έως 100% επί των τόκων προς τις τράπεζες και τους διαχειριστές δανείων.

Σημειώνεται ότι για τις περιπτώσεις των μη ευάλωτων για τους οποίους έχει εκδοθεί πρόγραμμα πλειστηριασμού τίθεται όριο μέχρι 10% επί της οφειλής στο ύψος της προκαταβολής που μπορούν να ζητούν οι πιστωτές προκειμένου να συναινέσουν σε ρύθμιση και να ανασταλεί έτσι ο πλειστηριασμός.

  • Έως 240 δόσεις για ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης.
  • Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια προς τις τράπεζες και servicers δύναται να ρυθμιστούν σε έως:
    α) 420 δόσεις για οφειλές φυσικών προσώπων που καλύπτονται ολικώς ή μερικώς από ειδικά προνόμια,
    β) 240 δόσεις για oοφειλές φυσικών προσώπων που δεν καλύπτονται από ειδικά προνόμια και για οφειλές νομικών προσώπων που καλύπτονται ολικώς ή μερικώς από ειδικά προνόμια,
    γ) 180 δόσεις για οφειλές νομικών προσώπων που δεν καλύπτονται από ειδικά προνόμια.

Με την πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση βελτιώνεται ο μαθηματικός τύπος – αλγόριθμος για δάνεια με εμπράγματη εξασφάλιση προκειμένου να αυξηθεί το «κούρεμα» της οφειλής για όλους τους δανειολήπτες και όχι μόνο τους ευάλωτους. Έτσι, το «κούρεμα» για τα δάνεια, που καλύπτονται με εμπράγματη ασφάλεια αυξάνεται, έως και κατά 28%, σε σχέση με το ισχύον καθεστώς.

Παράδειγμα 1: σε οφειλή ύψους 100.000 ευρώ με υποθήκη ακίνητο αξίας 100.000,  με τον εξωδικαστικό σήμερα ο οφειλέτης καλείται να πληρώσει 70.440 δηλαδή του γίνεται κούρεμα 29,6%. Με τη νέα ρύθμιση θα πληρώσει 65.000, δηλαδή η οφειλή του μειώνεται επιπλέον κατά 8%.

Παράδειγμα 2: για οφειλή ύψους 100.000 ευρώ με ακίνητο αξίας 70.000 ευρώ σήμερα η οφειλή μειώνεται στα 55.308 ευρώ ενώ με το νέο καθεστώς πέφτει στα 45.500, δηλαδή 18% μικρότερη.

Δανειακή υποχρέωση

Αξία Ακινήτου

Υφιστάμενη Κατάσταση

Κατάργηση του ελάχιστου ποσού ανάκτησης του μη εξασφαλισμένου μέρους του δανείου που καλύπτεται με εμπράγματη ασφάλεια

Οφειλή μετά το κούρεμα (σήμερα)

Οφειλή μετά το κούρεμα (με το νέο καθεστώς)

Ποσοστό βελτίωσης

100.000 €

50.000 €

45.220 €

32.500 €

28%

100.000 €

70.000 €

55.308 €

45.500 €

18%

100.000 €

100.000 €

70.440 €

65.000 €

8%

100.000 €

120.000 €

80.528 €

78.000 €

3%

 

Το επιτόκιο για όλες τις ρυθμίσεις οφειλών προς Δημόσιο, Τράπεζες και εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ορίζεται σε 3% σταθερό για 3 έτη. Σημειώνεται ότι το επιτόκιο για τα χρέη προς τους χρηματοπιστωτικούς φορείς ήταν έως τώρα euribor συν 2,5 μονάδες για εξασφαλισμένες οφειλές και συν 3 μονάδες για μη εξασφαλισμένες οφειλές.

Για τις ρυθμίσεις χρεών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης είχε ήδη καθοριστεί σε 3% σταθερό. Το νέο σταθερό επιτόκιο 3% για τις οφειλές που είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες ή καλύπτονται με άλλα προνόμια και 4% για τις ανεξασφάλιστες οφειλές, για τα επόμενα 3 έτη εφαρμόζεται εφεξής στις αιτήσεις που τυγχάνουν αξιολόγησης από τους πιστωτές και παρέχεται στον οφειλέτη η πρόταση του αλγορίθμου.

Ως «πιστωτές» νοούνται οι χρηματοδοτικοί φορείς, το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που έχουν χρηματικές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη.

Ως «χρηματοδοτικοί φορείς» νοούνται:

  • τα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που τελούν υπό ειδική εκκαθάριση,
  • οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης,
  • οι εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων,
  • οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (Α’ 176), ενεργώντας για λογαριασμό προσώπων που έχουν αποκτήσει δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (Α’ 176) , εφόσον τελούν υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος ή του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, καθώς και
  • τα νομικά πρόσωπα που αποκτούν απαιτήσεις προς τιτλοποίηση.

Η διαδικασία μπορεί να εκκινήσει με πρωτοβουλία είτε του οφειλέτη είτε των χρηματοδοτικών φορέων.

Οι χρηματοδοτικοί φορείς δεν υποχρεούνται να υποβάλουν πρόταση ρύθμισης οφειλών, ούτε δεσμεύονται ως προς το περιεχόμενό της πρότασής τους.

Στο πλαίσιο βελτίωσης του θεσμικού πλαισίου για την στήριξη του συνόλου των δανειοληπτών και ειδικώς των ευαλώτων, τροποποιήθηκε δυνάμει του ν. 5072/2023, ο ν. 4738/2020 ώστε να περιλαμβάνει πολλές πρόνοιες για τους ευάλωτους δανειολήπτες, μεταξύ των οποίων η τιθέμενη από το άρθρο 66 Ν. 5072/2023, με την οποία πλέον τεκμαίρεται για τον ευάλωτο δανειολήπτη, ο οποίος υποβάλει αίτηση στον εξωδικαστικό μηχανισμό, η συναίνεση του συνόλου των πιστωτών επί της παραγόμενης αντιπρότασής τους, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοδοτικών φορέων, του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης.

Δικαίωμα υποβολής αίτησης έχουν όλοι οι οφειλέτες (φυσικά και νομικά πρόσωπα) με ποσό οφειλών που υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ για ληξιπρόθεσμες, ενήμερες ή εξυπηρετούμενες οφειλές, εάν αποδεικνύεται επιδείνωση της οικονομικής κατάστασής τους κατά ποσοστό τουλάχιστον 20%, καθώς και εκείνοι που «κληρονόμησαν» οφειλές προς το Δημόσιο και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που έχουν βεβαιωθεί σε βάρος επιχειρήσεων που έχουν κλείσει.

Υπογραμμίζεται πως έχει αρθεί ο περιορισμός που ίσχυε στο παρελθόν για το 90% οφειλών σε έναν μόνο φορέα.

  • Σε όσους έχουν ήδη υποβάλει αίτηση εξυγίανσης ή αίτηση υπαγωγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών του ν. 4469/2017, αν πρόκειται για εμπόρους, ή αίτηση υπερχρεωμένων του ν. 3869/2010 ή αίτηση για την προστασία της κύριας κατοικίας του ν. 4605/2019. Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να υπάρξει πρώτα παραίτηση από αυτές τις διαδικασίες πριν την υποβολή της ένταξης στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό του ν. 4738/2020.
  • Για εκείνους που έχουν υπαχθεί σε μία από τις ως άνω διαδικασίες ή στον ν. 4307/2014 και δεν έχουν παρέλθει τουλάχιστον 15 μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης υπαγωγής.
  • Όταν δεν έχουν ακόμη παρέλθει 12 μήνες από την ολοκλήρωση προηγούμενης διαδικασίας Εξωδικαστικού Μηχανισμού.
  • Σε περίπτωση που ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο, ο διευθύνων σύμβουλος, διαχειριστής ή εταίρος, έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση για ορισμένα αδικήματα (ιδίως φοροδιαφυγή, ξέπλυμα, υπεξαίρεση, απάτη, καταδολίευση δανειστών κ.λπ.) σε βαθμό κακουργήματος (εκτός εάν πρόκειται για το αδίκημα της απάτης σε βάρος του Δημοσίου ή Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, οπότε αρκεί η καταδίκη σε βαθμό πλημμελήματος). Ειδικά για τους διευθύνοντες συμβούλους, διαχειριστές, εταίρους των νομικών προσώπων πρέπει το αδίκημα να έχει τελεστεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Με στόχο τη διασφάλιση της διαφάνειας και της λογοδοσίας σε όλα τα στάδια λειτουργίας του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών, οι χρηματοδοτικοί φορείς έχουν την υποχρέωση να τεκμηριώνουν πλήρως και δημόσια τους λόγους απόρριψης των προτάσεων ρύθμισης οφειλών που παράγει ο αλγόριθμος. Οι αιτολογίες απόρριψης πρότασης ρύθμισης από τους χρηματοδοτικούς φορείς, στο πλαίσιο του ν. 4738/2020 είναι οι εξής:

  • Επαρκής οικονομική δυνατότητα ή/και περιουσία για την εξόφληση των οφειλών.
  • Ανεπαρκής οικονομική δυνατότητα ενεχομένων/αντικειμενική αδυναμία εξυπηρέτησης της αιτούμενης ρύθμισης.
  • Μη συμμετοχή όλων των ενεχομένων (συνοφειλετών ή/και εγγυητών).
  • Αίτημα οφειλέτη για ρύθμιση μόνο με φορείς του Δημοσίου.
  • Αθέτηση ρυθμίσεων που είχαν συμφωνηθεί στο παρελθόν.
  • Ιστορικό αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς.
  • Επίκειται πλειστηριασμός εντός των επομένων 3 μηνών.
  • Πρόσφατη εξυπηρετούμενη ρύθμιση με τον πιστωτικό φορέα που εποπτικά (ταξινόμηση δανείου) δεν επιτρέπει επαναρρύθμιση.
  • Ενήμερη οφειλή ή ρυθμισμένη και ενήμερη οφειλή για την οποία δεν υφίσταται ανάγκη ρύθμισης.
  • Πρόσφατη ρύθμιση με πιστωτή, στον οποίο έχουν παρασχεθεί εξασφαλίσεις με αποτέλεσμα τη μη ισότιμη μεταχείριση των πιστωτών.
  • Υφιστάμενη ενεργή πίστωση.
  • Συγχρηματοδότηση με φορέα ή χρηματοδότηση με την εγγύηση φορέα, ο οποίος δεν έχει εγκρίνει τη ρύθμιση.
  • Ο εξωδικαστικός μηχανισμός του Ν.4738/2020 δεν αποτελεί το πρόσφορο μέσο ρύθμισης της οφειλής, λόγω του ύψους ή/και της φύσης αυτής.
  • Εκτός πεδίου εφαρμογής του νόμου λόγω:
    • μη έγκυρης παραίτησης από αίτηση είτε υπαγωγής σε διαδικασία του Ν. 3588/2007 ή του Ν. 3869/2010 ή του Ν. 4605/2019, είτε ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου για επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης ή για κήρυξη πτώχευσης,
    • έκδοσης οριστικής απόφασης για οποιαδήποτε από τις ως άνω διαδικασίες ή έχει συζητηθεί η σχετική αίτηση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου και αναμένεται η έκδοση απόφασης,
    • δεν έχει παρέλθει το κατά νόμο χρονικό διάστημα (Ν. 4738/2020, αρ. 7, παρ. 3,δ) από την έκδοση απόφασης κατά τα προαναφερθέντα ή την ολοκλήρωση προηγούμενης διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης της οφειλής του Ν. 4738/2020,
    • ο οφειλέτης έχει αμετάκλητα καταδικαστεί για τα αδικήματα του άρθρου 7, παρ. ε, του Ν. 4738/2020,- ο οφειλέτης έχει τεθεί σε λύση ή εκκαθάριση,
    • ο οφειλέτης έχει εξυπηρετούμενες ή /και ενήμερες οφειλές και δεν επικαλείται ή δεν προκύπτει επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης κατά τουλάχιστον 20%.

Tο Δημόσιο, οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, ή οι χρηματοδοτικοί φορείς μπορούν ως πιστωτές να κινήσουν τη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών κοινοποιώντας στον οφειλέτη με ηλεκτρονική επιστολή (e-mail) ή με δικαστικό επιμελητή ή με συστημένη επιστολή ή με ισοδύναμου τύπου ταχυδρομική επιστολή ή αυτοπρόσωπη παράδοση, πρόσκληση για την εξωδικαστική αναδιάρθρωση των οφειλών του θέτοντας προθεσμία για την υποβολή αίτησης στην πλατφόρμα της ΕΓΔΙΧ έως 45 ημερολογιακές ημέρες. Η πρόσκληση κοινοποιείται με επιμέλεια του πιστωτή και στην ΕΓΔΙΧ.

Η μη υποβολή αίτησης από τον οφειλέτη εντός της προθεσμίας που θέτουν οι πιστωτές συνεπάγεται την αυτοδίκαιη περάτωση της διαδικασίας και αξιολογείται σε περίπτωση μεταγενέστερης υποβολής αίτησης από τον οφειλέτη.

Εφόσον ο οφειλέτης συμμορφώνεται με τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας του Νόμου, τότε θα πρέπει να ακολουθήσει τα ακόλουθα βήματα για την εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών του:

  1. Είσοδος στην ηλεκτρονική πλατφόρμα εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών (ofeiles.gov.gr) και δημιουργία αίτησης (με χρήση κωδικών taxisnet).
  2. Πραγματοποίηση άρσης απορρήτου όλων των εμπλεκομένων (δηλ. οφειλέτη, συνοφειλετών και εγγυητών).
  3. Άντληση δεδομένων των ανωτέρω εμπλεκομένων και συμπλήρωση στοιχείων που δεν υπάρχουν ήδη ηλεκτρονικά καταχωρημένα.
  4. Υποβολή οριστικής αίτησης. Από την οριστική υποβολή της αίτησης και μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, επιτυγχάνεται η αναστολή των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως διαταγές πληρωμής, κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών, καθώς και δεσμεύσεις και πλειστηριασμοί στην κινητή και ακίνητη περιουσία του οφειλέτη.
  5. Διενέργεια ελέγχου ύπαρξης πλούτου των ανωτέρω εμπλεκομένων από τους θεσμικούς πιστωτές.
  6. Παραγωγή μιας αυτοματοποιημένης πρότασης ρύθμισης οφειλών, δύο (2) μήνες μετά από την υποβολή της αίτησης, βάσει του ειδικού αλγορίθμου της πλατφόρμας. Ο αλγόριθμος λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες του Νόμου και λαμβάνει υπόψη την αξία της περιουσίας και του διαθέσιμου εισοδήματος, μετά την κάλυψη των εύλογων και ανελαστικών δαπανών, τόσο του οφειλέτη όσο και των συνοφειλετών – εγγυητών του.
  7. Επισκόπηση πρότασης ρύθμισης οφειλών από τράπεζες και διαχειριστές δανείων και συμμετοχή σε ηλεκτρονική ψηφοφορία για την αποδοχή ή την απόρριψή της. Οι ιδιώτες θεσμικοί πιστωτές δύναται να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν με αυτή την πρόταση και να προτείνουν μια αντιπρόταση ή να μην ρυθμίσουν καθόλου. Εάν η πλειοψηφία των ιδιωτών θεσμικών πιστωτών ψηφίσει θετικά, τότε η απόφαση αυτή επιβάλλεται σε όλους τους ιδιώτες θεσμικούς πιστωτές. Το Δημόσιο ψηφίζει πάντοτε θετικά και παρέχει πρόταση ρύθμισης οφειλών, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου.
  8. Αξιολόγηση της ανωτέρω εγκεκριμένης πρότασης ρύθμισης από τον οφειλέτη.
  9. Δυνατότητα πραγματοποίησης διαδικασίας διαπραγμάτευσης με τους ιδιώτες θεσμικούς πιστωτές, αξιοποιώντας τις υπηρεσίες ενός πιστοποιημένου διαμεσολαβητή, με σκοπό τη δημιουργία μιας εξατομικευμένης και προσωποποιημένης πρότασης ρύθμισης οφειλών (με ενδεχόμενη μερική ρευστοποίηση περιουσίας).
  10. Ο οφειλέτης είτε αποδέχεται είτε απορρίπτει την πρόταση ρύθμισης, χωρίς καμία επίπτωση. Εφόσον την αποδεχθεί, τότε υπογράφει τη σχετική σύμβαση/ συμφωνία ρύθμισης οφειλών που είναι διαθέσιμη στην ηλεκτρονική πλατφόρμα.

Τα δεδομένα του οφειλέτη τηρούνται στη βάση δεδομένων της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. για τρία (3) χρόνια από τη λήξη της εκτέλεσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Αν η αίτηση του οφειλέτη δεν καταλήξει σε σύμβαση αναδιάρθρωσης, τα δεδομένα του διαγράφονται από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. τρία (3) χρόνια μετά την υποβολή τους. Η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. ορίζεται ως υπεύθυνος και ως εκτελών την τήρηση και την επεξεργασία των ανωτέρω δεδομένων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων).

Η αίτηση οφειλέτη για εξωδικαστική ρύθμιση των οφειλών του περιέχει υποχρεωτικά τα εξής:

α) πλήρη στοιχεία του οφειλέτη, αναφορά στον κύκλο εργασιών του ή το εισόδημά του κατά το τελευταίο οικονομικό έτος πριν από την υποβολή της αίτησης και στις συνολικές υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του, περιγραφή της δραστηριότητάς του, της οικονομικής του κατάστασης, των λόγων της οικονομικής του αδυναμίας και των προοπτικών της επιχείρησής του,

β) κατάλογο όλων των προσώπων και φορέων που έχουν απαιτήσεις κατά του οφειλέτη (π.χ. προμηθευτών ή εργαζόμενων) με πλήρη στοιχεία, των οφειλομένων ποσών ανά πιστωτή και της ημερομηνίας, αναφορικά με την οποία προσδιορίζεται το ύψος της κάθε οφειλής,

γ) κατάλογο των κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη στην Ελλάδα και την αλλοδαπή, με αναφορά στην εκτιμώμενη εμπορική αξία των κινητών περιουσιακών στοιχείων, έτσι ώστε να μπορεί να προσδιορισθεί η αξία ρευστοποίησης της περιουσίας του,

δ) πλήρη περιγραφή των βαρών και λοιπών εξασφαλίσεων (είδος βάρους ή εξασφάλισης, πιστωτής, ασφαλιζόμενο ποσό, σειρά, δημόσιο βιβλίο) που είναι εγγεγραμμένα επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

ε) δήλωση για κάθε μεταβίβαση ή επιβάρυνση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη που έγινε εντός των τελευταίων πέντε (5) ετών πριν από την υποβολή της αίτησης.

Εφόσον πρόκειται για οφειλέτη-φυσικό πρόσωπο, υποβάλλονται επιπλέον υποχρεωτικά και τα εξής:

α) Πλήρη στοιχεία του συζύγου και των εξαρτώμενων μελών του (ονοματεπώνυμο, Α.Φ.Μ., ΚΑΔ εφόσον ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, τηλέφωνο, ηλεκτρονική διεύθυνση).

β) κατάλογο των κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα και την αλλοδαπή, με αναφορά στην εκτιμώμενη εμπορική αξία των κινητών περιουσιακών στοιχείων για τον ή τη σύζυγο ή τον συμβίο ή τη συμβία και τα εξαρτώμενα μέλη.

γ) Οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος από οποιαδήποτε πηγή και αιτία.

Εφόσον πρόκειται για οφειλέτη- νομικό πρόσωπο, υποβάλλονται, και τα εξής:

α) αναφορά στον κύκλο εργασιών του κατά την τελευταία χρήση πριν από την υποβολή της αίτησης και στις συνολικές υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του, περιγραφή της δραστηριότητάς του, της οικονομικής του κατάστασης, των λόγων της οικονομικής του αδυναμίας και των προοπτικών της επιχείρησής του,

β) δήλωση για κάθε καταβολή μερίσματος από τον οφειλέτη προς τους μετόχους ή εταίρους ή άλλη συναλλαγή, εκτός των τρεχουσών συναλλαγών της επιχείρησης, που έγινε εντός των τελευταίων δύο (2) ετών πριν από την υποβολή της αίτησης,

γ) στοιχεία κάθε νομικού προσώπου συνδεδεμένου με τον οφειλέτη στη διάρκεια των εξήντα (60) μηνών που προηγούνται της ημερομηνίας υποβολής της αίτησης, καθώς και πλήρη στοιχεία ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που τυχόν μεταβιβάστηκαν από τον οφειλέτη σε πρόσωπα συνδεδεμένα με τον οφειλέτη στη διάρκεια των εξήντα (60) μηνών που προηγούνται της ημερομηνίας υποβολής της αίτησης,

δ) κατάλογο των προσώπων που αμείβονται από τον οφειλέτη και τα οποία αποτελούν συνδεδεμένα πρόσωπα με αυτόν, καθώς και ανάλυση των αμοιβών αυτών κατά τα τελευταία δύο (2) έτη πριν από την υποβολή της αίτησης.

ε) χρηματοοικονομικές καταστάσεις του άρθρου 16 του ν. 4308/2014 (Α’ 251) των τελευταίων πέντε (5) περιόδων, οι οποίες πρέπει να είναι δημοσιευμένες, εφόσον προβλέπεται αντίστοιχη υποχρέωση, και

στ) προσωρινό ισοζύγιο, εντός του τριμήνου που προηγείται της υποβολής, τεταρτοβάθμιων λογαριασμών του αναλυτικού καθολικού της γενικής λογιστικής, εφόσον προβλέπεται η κατάρτισή του.

Ο οφειλέτης μπορεί να συνοδεύει την αίτησή του με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, στοιχείο ή πληροφορία, την οποία θεωρεί σημαντική για την επιτυχία της διαδικασίας.

Aπό την πλατφόρμα αντλούνται αυτόματα τα εξής έγγραφα:

1) Δήλωση εισοδήματος φυσικών προσώπων (E.1) ή δήλωση φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων (Ν) των τελευταίων πέντε (5) φορολογικών ετών,

2) Κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε.3) των τελευταίων πέντε (5) φορολογικών ετών,

3) Δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε.9) των τελευταίων πέντε (5) ετών, εφόσον προβλέπεται η υποχρέωση υποβολής της,

4) Πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος (εκκαθαριστικό) του τελευταίου φορολογικού έτους,

5) Πράξη διοικητικού προσδιορισμού του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) του τελευταίου φορολογικού έτους,

6) Καταστάσεις βεβαιωμένων οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση και προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης,

7) Αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης του οφειλέτη ή του πρόεδρου του διοικητικού συμβουλίου και του διευθύνοντος συμβούλου για ανώνυμες εταιρείες, του διαχειριστή για εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, των ομόρρυθμων εταίρων και των διαχειριστών για προσωπικές εταιρείες και των φυσικών προσώπων που είναι αλληλέγγυα με τον οφειλέτη εκ του νόμου για την παράλειψη καταβολής οφειλών,

8) Πιστοποιητικό περί μη πτώχευσης, πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αίτησης πτώχευσης και κάθε άλλο στοιχείο που αφορά τον οφειλέτη και καταχωρείται στο ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213,

9) Πιστοποιητικό περί μη λύσης της εταιρείας από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), εφόσον ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο.

Ως αξία των ακινήτων τα οποία δηλώνονται στην αίτηση, και εφόσον αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα, λογίζεται η φορολογητέα αξία για τον υπολογισμό του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία πράξη προσδιορισμού φόρου.

Ως αξία των ακινήτων που δηλώνονται στην αίτηση και βρίσκονται στην αλλοδαπή, λαμβάνεται υπόψη η εμπορική τους αξία, όπως αυτή προκύπτει από έκθεση εκτιμητή ακινήτων ή, εφόσον υπάρχει, η αντικειμενική τους αξία, την οποία συνυποβάλλει ο οφειλέτης με την αίτησή του.

Τέλος, για γήπεδα εκτός σχεδίου πόλης και οικισμού, για τα οποία δεν προσδιορίζεται αξία ΕΝ.Φ.Ι.Α., ως αξία ακινήτων λογίζεται η αντικειμενική αξία αυτών, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, εφαρμόζοντας το έντυπο ΑΑ-ΓΗΣ.

Με την αίτηση παρέχεται από τον οφειλέτη άδεια για την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων και του φορολογικού απορρήτου. Επίσης, με την αίτηση υπαγωγής παρέχεται από τον οφειλέτη άδεια για κοινοποίηση σε όλους τους συμμετέχοντες πιστωτές, του περιεχομένου και των συνοδευτικών και υποστηρικτικών στοιχείων και εγγράφων της αίτησης.

Ειδικότερα, η άδεια καταλαμβάνει και τα εξής κατά περίπτωση, στοιχεία και έγγραφα:

α) δήλωση εισοδήματος φυσικών προσώπων (E.1) ή δήλωση φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων (Ν) των τελευταίων πέντε (5) φορολογικών ετών,

β) κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε.3) των τελευταίων πέντε (5) φορολογικών ετών,

γ) δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε.9) των τελευταίων πέντε (5) ετών, εφόσον προβλέπεται η υποχρέωση υποβολής της,

δ) πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος (εκκαθαριστικό) του τελευταίου φορολογικού έτους,

ε) πράξη διοικητικού προσδιορισμού του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) του τελευταίου φορολογικού έτους,

στ) καταστάσεις βεβαιωμένων οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση και προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης,

ζ) αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης του οφειλέτη ή του πρόεδρου του διοικητικού συμβουλίου και του διευθύνοντος συμβούλου για ανώνυμες εταιρείες, του διαχειριστή για εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, των ομόρρυθμων εταίρων και των διαχειριστών για προσωπικές εταιρείες και των φυσικών προσώπων που είναι αλληλέγγυα με τον οφειλέτη εκ του νόμου για την παράλειψη καταβολής οφειλών,

η) πιστοποιητικό περί μη πτώχευσης, πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αίτησης πτώχευσης και κάθε άλλο στοιχείο που αφορά τον οφειλέτη και καταχωρείται στο ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας,

θ) πιστοποιητικό περί μη λύσης της εταιρείας από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), εφόσον ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο,

ι) αναφορικά με τις απαιτήσεις προς πιστωτικά ιδρύματα, το οφειλόμενο ποσό ανά πιστωτή,

ια) στοιχεία αναφορικά με καταθέσεις και χρηματοπιστωτικά προϊόντα που τηρούνται στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καθώς και την εκτιμώμενη αξία τους, και

ιβ) τα στοιχεία βαρών και λοιπών εξασφαλίσεων επί των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος που βρίσκονται στη διάθεσή των χρηματοδοτικών φορέων και την εμπορική αξία των ακινήτων περιουσιακών στοιχείων.

Σε περίπτωση αίτησης φυσικού προσώπου παρέχεται επιπλέον της άδειας, η άδεια ανάκτησης, η οποία περιλαμβάνει και τα στοιχεία και έγγραφα που αφορούν τον ή τη σύζυγο ή τον συμβίο ή τη συμβία του οφειλέτη και τα εξαρτώμενα μέλη. Ο σύζυγος ή η σύζυγος ή ο συμβίος ή η συμβία και τα εξαρτώμενα μέλη συνυπογράφουν την αίτηση για την παροχή της παραπάνω άδειας ανάκτησης.

Η αίτηση υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 του αιτούντα για την ακρίβεια και την πληρότητα του περιεχομένου της αίτησης και των υποβληθέντων εγγράφων.

Αν αποδεικνύεται με δημόσια έγγραφα ότι η Υπεύθυνη Δήλωση είναι ψευδής, τότε ρύθμιση που τυχόν επιτευχθεί θεωρείται αυτοδικαίως άκυρη, ο οφειλέτης εκπίπτει όλων των δικαιωμάτων που απέκτησε βάσει της ρύθμισης, οφείλει να καταβάλει στον πιστωτή την προ ρυθμίσεως οφειλή, μειωμένη κατά τα ποσά που καταβλήθηκαν και ο θιγόμενος πιστωτής μπορεί να επισπεύσει άμεσα αναγκαστική εκτέλεση. Η εν λόγω οφειλή επιβαρύνεται με επιτόκιο ίσο με το ανώτατο παρεμβατικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά πέντε (5) ποσοστιαίες μονάδες.

Η υποβολή της αίτησης αναστέλλει τη διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών. Αν για οποιονδήποτε λόγο η διαδικασία του Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών δεν τελεσφορήσει, η διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας συνεχίζεται από το στάδιο στο οποίο ευρισκόταν πριν την αναστολή, κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη, η οποία λαμβάνει χώρα εντός τριάντα (30) ημερών από την με οποιοδήποτε τρόπο λήξη της διαδικασίας του Εξωδικαστικού.

Η υποβολή αίτησης στο πλαίσιο του Εξωδικαστικού Μηχανισμού δεν συνιστά σπουδαίο λόγο για την καταγγελία διαρκών συμβάσεων.

Μετά την υποβολή της αίτησης, οι συμμετέχοντες πιστωτές που είναι χρηματοδοτικοί φορείς δύνανται να καταθέσουν πρόταση ρύθμισης προς τον οφειλέτη. Αν πρόταση εξασφαλίσει τη συναίνεση του οφειλέτη, της πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών που είναι χρηματοδοτικοί φορείς και τουλάχιστον του ποσοστού συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο, υπογράφεται μεταξύ των συναινούντων πιστωτών και του οφειλέτη η σύμβαση αναδιάρθρωσης.

Ως «πλειοψηφία συμμετεχόντων πιστωτών» νοείται το ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) επί του συνόλου των απαιτήσεων των χρηματοδοτικών φορέων, οι οποίοι συμμετέχουν ως πιστωτές.

Ως «ποσοστό συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο» νοείται το ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) επί του συνόλου των απαιτήσεων των χρηματοδοτικών φορέων που εξασφαλίζονται με υποθήκη, προσημείωση υποθήκης, ενέχυρο ή άλλο ειδικό προνόμιο του άρθρου 976 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι συμμετέχουν ως πιστωτές.

Ως «σύμβαση αναδιάρθρωσης» νοείται η δικαιοπραξία (συμφωνία), που καταρτίζεται (υπογράφεται) μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών που συναινούν στη ρύθμιση και έχει ως αντικείμενο την αναδιάρθρωση των οφειλών του οφειλέτη.

Η σύμβαση αναδιάρθρωσης μπορεί να υπογραφεί είτε ενιαία μεταξύ των συναινούντων πιστωτών και του οφειλέτη είτε να συναφθεί ως πολλαπλές διμερείς συμφωνίες με ταυτόσημο περιεχόμενο.

Η υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης με μηχανικό μέσο ή ηλεκτρονικό τρόπο είναι επαρκής και υπέχει θέση ηλεκτρονικής υπογραφής.

Στις περιπτώσεις περαίωσης της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθμισης ως άκαρπης και κατάρτισης διμερούς σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών,  σε σχέση με τις οφειλές προς τους χρηματοδοτικούς φορείς, ο οφειλέτης δύναται, εντός δέκα (10) ημερολογιακών ημερών από την άνω περαίωση της διαδικασίας, να καταθέσει αίτημα υποβολής σε διαμεσολάβηση.

Σε περίπτωση που, παρά την παρέλευση εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος, δεν έχει επιτευχθεί η υπογραφή συμφωνίας αναδιάρθρωσης μεταξύ των πιστωτών και του οφειλέτη, τότε η διαδικασία θεωρείται λήξασα.

Εφόσον πρόκειται για οφειλέτες που θεωρούνται πολύ μικρή οντότητα σύμφωνα με το ν. 4308/2014, την ευθύνη διαμεσολάβησης μπορεί να αναλάβει οποιοσδήποτε διαπιστευμένος διαμεσολαβητής. Σε κάθε άλλη περίπτωση την ευθύνη αναλαμβάνει διαπιστευμένος μεσολαβητής, ο οποίος πρέπει να έχει επιπλέον πιστοποίηση ειδικής εκπαίδευσης σε χρηματοοικονομική διαμεσολάβηση.

Αν δεν υπογραφεί η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, η διαδικασία θεωρείται περατωθείσα ως άκαρπη.

Σε κάθε περίπτωση, εντός της πιο πάνω προθεσμίας, οι συμμετέχοντες πιστωτές που είναι χρηματοδοτικοί φορείς έχουν τη δυνατότητα να απορρίψουν την αίτηση του οφειλέτη και να μην καταθέσουν πρόταση ρύθμισης. Την ημερομηνία κοινοποίησης της απόρριψης η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης περαιώνεται άμεσα ως άκαρπη.

Ναι. Ο οφειλέτης, οι συμμετέχοντες πιστωτές, καθώς και οι υπάλληλοι των αρμοδίων υπηρεσιών του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, φέρουν υποχρέωση εχεμύθειας ως προς την ύπαρξη και το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων. Ο οφειλέτης και οι συμμετέχοντες πιστωτές υπέχουν καθήκον αληθείας και συμμετέχουν στη διαδικασία με καλή πίστη. Η δημοσιοποίηση ή κάθε άλλη κοινοποίηση σε τρίτους εμπιστευτικών πληροφοριών ή πληροφοριών σχετικά με τις διαπραγματεύσεις χωρίς την προηγούμενη γραπτή συναίνεση του συνόλου των συμμετεχόντων στη διαπραγμάτευση απαγορεύεται.

Από την υποβολή της αίτησης και μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, αναστέλλονται τα αναγκαστικά μέτρα και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη καθώς και η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 αναφορικά με τις οφειλές, των οποίων ζητείται η ρύθμιση.

Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα.

Η αναστολή δεν καταλαμβάνει την διενέργεια πλειστηριασμού ο οποίος έχει προγραμματισθεί εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης από τον οφειλέτη, καθώς και οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια προπαρασκευαστική της διενέργειας πλειστηριασμού από ενέγγυο πιστωτή (περιλαμβανομένης και της κατάσχεσης). Η αναστολή παύει με την τυχόν κοινοποίηση προς τον οφειλέτη της απόφασης μη υποβολής πρότασης συμφωνίας αναδιάρθρωσης ή με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο απόρριψη της αίτησης.

Με την επίτευξη σύμβασης αναδιάρθρωσης δεν επιτρέπεται σε πιστωτή, ο οποίος δεσμεύεται από τη σύμβαση, η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης και αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη.

Αν κατά τον χρόνο επίτευξης της σύμβασης αναδιάρθρωσης εκκρεμεί εναντίον του οφειλέτη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για απαίτηση που ρυθμίστηκε, επισπευδόμενη από καταλαμβανόμενο πιστωτή, αυτή αναστέλλεται.

Ναι, μπορούν να συμμετέχουν σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Νόμου. Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης μπορούν να προβούν, σε πολυμερή βάση, σε αναδιάρθρωση, καθώς και διαγραφή των οφειλών προς αυτούς.

Εφόσον επιτευχθεί έγκριση σύμβασης από τους χρηματοδοτικούς φορείς και τον οφειλέτη, κοινοποιείται η σύμβαση αυτή προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, στον βαθμό που τους αφορά, μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.

Η σύμβαση γίνεται αποδεκτή από το Δημόσιο ή το Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, εφόσον ικανοποιούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i. οι απαιτήσεις του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης δεν υπερβαίνουν, τόσο ως προς το Δημόσιο όσο και ως προς το σύνολο των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, το ποσό του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) ευρώ,

ii. το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης εκπροσωπούν συνολικά ποσό απαιτήσεων μικρότερο από το σύνολο των απαιτήσεων των συμμετεχόντων χρηματοδοτικών φορέων κατά του οφειλέτη, και

iii. το περιεχόμενο της σύμβασης αναδιάρθρωσης προέκυψε από το προβλεπόμενο υπολογιστικό εργαλείο . Στην περίπτωση αυτή, και με την επιφύλαξη της τέλεσης των αδικημάτων της δωροληψίας και της δωροδοκίας υπαλλήλου, ουδείς υπάλληλος του δημοσίου τομέα υπέχει οποιαδήποτε αστική, ποινική ή πειθαρχική ευθύνη για την υπογραφή ή αποδοχή της παραχθείσας από το υπολογιστικό εργαλείο συμφωνίας στο πλαίσιο της διαδικασίας του παρόντος κεφαλαίου.

iv. Η σύμβαση πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται παρακάτω στις ερωτήσεις.

Η συναίνεση του Δημοσίου ή Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, σε πολυμερείς συμβάσεις αναδιάρθρωσης, για ποσά οφειλών προς αυτούς άνω του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) Ευρώ και για τις περιπτώσεις που εκπροσωπούν συνολικά ποσό απαιτήσεων μεγαλύτερο από το σύνολο των απαιτήσεων των συμμετεχόντων χρηματοδοτικών φορέων κατά του οφειλέτη, είναι σύννομη, εφόσον:

  • η προτεινόμενη σύμβαση έχει εξασφαλίσει τις συναινέσεις του οφειλέτη, της πλειοψηφίας (ως προς την αξία των σχετικών απαιτήσεων) των συμμετεχόντων πιστωτών που είναι χρηματοδοτικοί φορείς και τουλάχιστον του ποσοστού συμμετεχόντων πιστωτών με ειδικό προνόμιο και, επιπλέον, ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που αναλύονται στην αμέσως επόμενη ερώτηση.

Στις συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ακολουθούνται οι ακόλουθοι κανόνες και περιορισμοί:
Είναι άκυρος ο όρος σύμβασης αναδιάρθρωσης, που προβλέπει:

1. την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης σε περισσότερες από διακόσιες σαράντα (240) δόσεις,
2. τη ρύθμιση οφειλών που έχουν ήδη ρυθμισθεί βάσει του παρόντος Εξωδικαστικού Μηχανισμού ή του ν. 4469/2017 (Α’ 62), ανεξάρτητα αν η ρύθμιση είναι σε ισχύ,
3. την τμηματική αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο ή Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ανά χρονικά διαστήματα που υπερβαίνουν τον μήνα,
4. την καταβολή μηνιαίας δόσης μικρότερης των πενήντα (50) ευρώ,
5. την παροχή περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης,
6. την ικανοποίηση απαιτήσεων του Δημοσίου ή των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης με άλλα ανταλλάγματα αντί χρηματικού ποσού.

Αν στη σύμβαση αναδιάρθρωσης προβλέπεται διαγραφή οφειλών προς το Δημόσιο ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, αυτή γίνεται κατά σειρά παλαιότητας, από την παλαιότερη οφειλή προς τη νεότερη, με κριτήριο τον χρόνο καταχώρισης της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων και όχι τον χρόνο λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής αυτής, είτε η καταβολή γίνεται εφάπαξ είτε σε δόσεις. Η διαγραφή των οφειλών τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ολοσχερούς αποπληρωμής των ρυθμιζόμενων οφειλών προς το Δημόσιο ή τον αντίστοιχο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Η διαγραφή οφειλών βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών υπέρ τρίτων, γίνεται από τη Φορολογική Διοίκηση. Η διαγραφή ασφαλιστικών εισφορών απαγορεύεται.

Όχι, η διαγραφή βασικής οφειλής προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης δεν επηρεάζει τα ασφαλιστικά δικαιώματα τρίτων.

Από την ημερομηνία ισχύος της εγκριθείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης, ισχύουν τα ακόλουθα ως προς το Δημόσιο:

i. αναστέλλονται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της σύμβασης,

ii. αναστέλλεται η ποινική δίωξη για το αδίκημα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α’ 43) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο αυτό ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα,

iii. κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης και υπό την προϋπόθεση ότι: α) έχει εξοφληθεί τουλάχιστον η πρώτη δόση της ρύθμισης δυνάμει αυτής, β) έχουν εξοφληθεί ή τακτοποιηθεί με νόμιμο τρόπο, με αναστολή είσπραξης ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οι μη υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές και γ) έχουν υποβληθεί οι προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας, εντός τριών (3) μηνών από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους, μετά από αίτηση του οφειλέτη, η Φορολογική Διοίκηση αποφασίζει ότι οι κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων σε βάρος του οφειλέτη δεν καταλαμβάνουν μελλοντικές απαιτήσεις. Η απόφαση αυτή εκδίδεται, ανεξάρτητα από το εάν οι κατασχέσεις επιβλήθηκαν για υπαγόμενες ή μη στη σύμβαση οφειλές και γνωστοποιείται στον τρίτο. Ποσά απαιτήσεων που γεννώνται μετά την ως άνω γνωστοποίηση, αποδεσμεύονται και αποδίδονται κατά νόμο, ενώ ποσά απαιτήσεων που γεννήθηκαν πριν από αυτήν, αποδίδονται στο Δημόσιο. Αν ανατραπεί ή ακυρωθεί η σύμβαση, οι ανωτέρω κατασχέσεις αναπτύσσουν πλήρως τις έννομες συνέπειές τους, αναφορικά με τις μελλοντικές απαιτήσεις, από τη γνωστοποίηση της ανατροπής στον τρίτο. Τυχόν αποκτηθέντα δικαιώματα ή αξιώσεις τρίτων δεν αντιτάσσονται έναντι του κατασχόντος Δημοσίου. Οι κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά για οφειλές υπαγόμενες στη σύμβαση, αίρονται μετά από αίτηση του οφειλέτη, εφόσον έχει εξοφληθεί ποσοστό τουλάχιστον εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του συνολικού προς καταβολή στο Δημόσιο ποσού της σύμβασης. Στις περιπτώσεις των ανωτέρω εδαφίων, ποσά που έχουν αποδοθεί στο Δημόσιο, δεν επιστρέφονται.

Από την ημερομηνία ισχύος της εγκριθείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης, ισχύουν τα ακόλουθα ως προς τον Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης:

i. Αναστέλλονται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της σύμβασης.

ii. Αναστέλλεται η ποινική δίωξη για τα αδικήματα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (α. 25 του ν. 1882/1990) και της μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (α. 1 του α.ν. 86/1967) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σύμφωνα με αυτά ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος.

Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης δύναται να καταρτίζουν διμερείς συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών εφόσον με την σύμβαση ο οφειλέτης καθίσταται βιώσιμος ή αξιόχρεος. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει η ανάκτηση του Δημοσίου ή του Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης να είναι τουλάχιστον ίση προς την εκτιμώμενη ανάκτησή του σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη και τηρούνται οι κανόνες και περιορισμοί όπως και στις πολυμερείς συμβάσεις. Η κατάρτιση διμερούς σύμβασης αναδιάρθρωσης έχει ως προς το Δημόσιο ή Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, τις συνέπειες που έχουν και οι λοιπές συμβάσεις.

Συμμετοχή του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης σε σύμβαση αναδιάρθρωσης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη κατάργηση προηγούμενων ρυθμίσεων για τις οφειλές που υπάγονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης.

Ο οφειλέτης οφείλει να τηρεί τη ρύθμιση και να καταβάλει το σύνολο των δόσεων, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης.

Με την καταβολή του συνόλου των οφειλόμενων δόσεων σε κάθε πιστωτή, ο οποίος έχει συμβληθεί στη σύμβαση αναδιάρθρωσης, ολοκληρώνεται επιτυχώς η ρύθμιση και αποσβήνεται το τμήμα της απαίτησης που υπερβαίνει το ποσό της ρύθμισης. Αυτό γίνεται με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων του κάθε πιστωτή έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη ή δικαιωμάτων των πιστωτών με δικαιώματα επιφύλαξης κυριότητας.

Στην περίπτωση της επιτυχούς ολοκλήρωσης της ρύθμισης, κάθε καταλαμβανόμενος πιστωτής παρέχει στον οφειλέτη πιστοποίηση της ρυθμισμένης απαίτησής του, σύμφωνα με την σύμβαση αναδιάρθρωσης, η οποία αποτελεί τίτλο εξόφλησης ρυθμισμένης απαίτησης και διαγραφής για το ποσό του διαγράφηκε από το σύνολο των απαιτήσεων του πιστωτή που καταλαμβάνονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης.

Εάν ο οφειλέτης καθυστερήσει την καταβολή τριών (3) ή παραπάνω δόσεων προς οποιονδήποτε από τους πιστωτές του, ο πιστωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση αναδιάρθρωσης. Την ίδια δυνατότητα έχει κάθε πιστωτής εάν ο οφειλέτης καθυστερήσει να του καταβάλλει πάνω από το 3% του συνολικού ποσού που οφείλει στον συγκεκριμένο οφειλέτη.

Η καταγγελία από κάποιον πιστωτή σημαίνει ότι ο οφειλέτης χάνει τη ρύθμιση της οφειλής του μόνο προς τον συγκεκριμένο πιστωτή, στον οποίο θα οφείλει τα ποσά που όφειλε πριν τη σύμβαση αναδιάρθρωσης, αφού από αυτά αφαιρεθούν τα ποσά που είχε καταβάλει μέχρι την καταγγελία. Ο πιστωτής που κατήγγειλε μπορεί να κινηθεί άμεσα κατά του οφειλέτη για να εισπράξει τα οφειλόμενα ποσά.

Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσδιορίζουν τα έξοδα που είναι αποδεκτό να έχει μια οικογένεια για να ζήσει επαρκώς. Αφού καλυφθούν οι δαπάνες αυτές, το οποιοδήποτε ποσό περισσεύει, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή των χρεών προς τράπεζες και διαχειριστές δανείων.

Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης περιλαμβάνουν υποχρεωτικά τα ακόλουθα έξοδα:

  • διατροφής
  • στέγασης στην 1η κατοικία, δηλ. παροχών ενέργειας και νερού, θέρμανσης, επισκευής και συντήρησης, επίπλων και οικιακού εξοπλισμού
  • για είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας (π.χ. καθαριστικά)
  • μόρφωσης, όπως ιδιωτικά σχολεία και φροντιστήρια τέκνων
  • μεταφοράς (π.χ. όχημα, βενζίνη, εισιτήρια ΜΜΕ)
  • ένδυσης και υπόδησης
  • υπηρεσιών επικοινωνίας (τηλέφωνο, Internet) και ταχυδρομείων
  • υπηρεσιών κοινωνικής προστασίας
  • οικονομικών υπηρεσιών (λογιστής κ.λπ.)
  • διατροφής τέκνου (π.χ. σε διαζευγμένους)
  • διαβίωσης προστατευόμενων / εξαρτώμενων μελών που διαμένουν στην ίδια 1η κατοικία (δηλ. υποστήριξη διαβίωσης συγγενών που συγκατοικούν)
  • ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (γιατροί, φάρμακα, εξετάσεις κ.λπ.) σε τυπική βάση (δηλ. χωρίς να υπάρχει κάποια ειδική / μόνιμη ασθένεια ή πάθηση).

Οι ανωτέρω δαπάνες δεν θεωρείται εύλογο να ξεπερνούν τα όρια που παρουσιάζονται στον ακόλουθο πίνακα εύλογων δαπανών διαβίωσης της ΕΛΣΤΑΤ:

Τα ανωτέρω ποσά των εύλογων δαπανών διαβίωσης είναι «καθαρά», μετά την αφαίρεση των όποιων φόρων (όπως προκύπτουν στο εκκαθαριστικό σημείωμα της Εφορίας).

Πρόσθετα στις ανωτέρω δαπάνες, είναι εύλογο να προστίθενται και οι ακόλουθες δαπάνες, που προκύπτουν σε ειδικές / έκτακτες περιστάσεις:

  • φόροι και εισφορές,
  • δαπάνες ενοικίασης 1ης κατοικίας (σε περίπτωση που δεν διαθέτει ιδιόκτητη 1η κατοικία ή είναι αναγκασμένος να διαμένει σε άλλη πόλη, εξαιτίας της εργασίας του),
  • δαπάνες για σπουδαστικές ανάγκες φοιτητών (που αποτελούν εξαρτώμενα μέλη της οικογένειας), όπως έξοδα μετάβασης, διαμονής και διατροφής τους,
  • δαπάνες σοβαρών ασθενειών και παθήσεων, όπως για νοσηλεία και φάρμακα (π.χ. καρκινοπαθείς, ΑΜΕΑ) ή σε περίπτωση ατυχημάτων ή σε λοιπές ιδιάζουσες συνθήκες ή θανάτου,
  • δαπάνες αποκατάστασης ζημιών από φυσικές καταστροφές,
  • πρόστιμα,
  • δικαστικές αποφάσεις (π.χ. για διατροφή τέκνου).

Επιπρόσθετα οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης μπορούν να λαμβάνουν υπόψη και τα ακόλουθα, μόνο σε ειδικές περιπτώσεις:

  • επιπλέον δαπάνες εστίασης (π.χ. διατροφή σε εστιατόριο κ.λπ.),
  • επιπλέον διαρκή αγαθά και συσκευές,
  • επιπλέον δαπάνες για κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και καπνού, αεροπορικές μετακινήσεις, τουριστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες αναψυχής, πολιτισμού και αθλητισμού.

Το κατά πόσο μια δαπάνη είναι εύλογη (δηλ. αν είναι όντως ανελαστική και θα πρέπει υποχρεωτικά να καλύπτεται) προκύπτει με 2 τρόπους:

  1. από τον πίνακα εύλογων δαπανών διαβίωσης της ΕΛΣΤΑΤ (βλέπε ανωτέρω), ο οποίος θέτει κάποια όρια ποσών σε ευρώ
  2. αν ξεπερνά τα ποσά του πίνακα ΕΛΣΤΑΤ, τότε θα πρέπει να αποδεικνύεται με συγκεκριμένα τεκμήρια / έγγραφα.

Συχνές ερωτήσεις - απαντήσεις για τον Κώδικα Δεοντολογίας

Το θεσμικό πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας αποτελεί ένα θεσμοθετημένο πλαίσιο εξωδικαστικής επίλυσης στο πλαίσιο του οποίου θεσπίζονται οι γενικές αρχές συμπεριφοράς και υιοθετούνται βέλτιστες πρακτικές, οι οποίες έχουν ως στόχο την ενίσχυση του κλίματος εμπιστοσύνης, την αμοιβαία δέσμευση και την ανταλλαγή της αναγκαίας πληροφόρησης μεταξύ δανειολήπτη και ιδρύματος, προκειμένου κάθε πλευρά να είναι σε θέση να σταθμίσει τα οφέλη ή τις συνέπειες εναλλακτικών λύσεων εξυπηρέτησης (λύσεις ρύθμισης) ή οριστικού διακανονισμού (λύσεις οριστικής διευθέτησης) και λαμβάνεται ειδική μέριμνα για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, για κοινωνικά ευπαθείς ομάδες και για περιπτώσεις δανείων με πολλαπλούς πιστωτές.

Ο Κώδικας Δεοντολογίας ισχύει για όλους τους ενεχόμενους, πρωτοφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές (εφεξής δανειολήπτες), που έχουν Δανειακές Συμβάσεις για τα ακόλουθα προϊόντα:

  • Καταναλωτικά δάνεια
  • Στεγαστικά δάνεια
  • Πιστωτικές κάρτες
  • Δάνεια ατομικών επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών
  • Δάνεια πολύ μικρών επιχειρήσεων, με μέσο όρο κύκλου εργασιών κατά τα τελευταία 3 φορολογικά έτη που δεν υπερβαίνει το ποσό του 1.000.000€.

Σημειώνεται ότι η εφαρμογή του Κώδικα δεν αναφέρεται σε συμβάσεις που έχουν καταγγελθεί πριν από την 01.01.2015.

1. Όταν ο δανειολήπτης έχει υποβάλει αίτηση για εξωδικαστική ρύθμιση οφειλής σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν.4738/2020 ή όταν το πιστωτικό ίδρυμα έχει κοινοποιήσει στον δανειολήπτη πρόσκληση για εξωδικαστική αναδιάρθρωση οφειλής σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 8 του Ν.4738/2020 και για το χρονικό διάστημα έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας ως άκαρπης για οποιονδήποτε λόγο.

2. Όταν έχει υπογραφεί σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, η οποία δεν τελεί υπό την αίρεση συναίνεσης του Δημοσίου ή Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, και το πιστωτικό ίδρυμα είναι καταλαμβανόμενος πιστωτής (δηλαδή δεσμεύεται από σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών) ή παράγονται για το πιστωτικό ίδρυμα αποτελέσματα δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 5 του Ν.4738/2020.

3. Όταν ο δανειολήπτης ή το πιστωτικό ίδρυμα ή άλλος πιστωτής έχει υποβάλει αίτηση για επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης του δανειολήπτη και εφόσον επικυρωθεί ή συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 41 του Ν.4738/2020 ή την παρ. 5 του άρθρου 103 του Ν.3588/2007, όπως ορίζει η παρ. 1.α) του άρθρου 265 του Ν.4738/2020, και είναι δεσμευτική για το πιστωτικό ίδρυμα.

4. Όταν ο δανειολήπτης ή το πιστωτικό ίδρυμα ή άλλος πιστωτής έχει υποβάλει αίτηση για κήρυξη του δανειολήπτη σε πτώχευση και για το χρονικό διάστημα έως την τυχόν απόρριψή της.

5. Όταν ο δανειολήπτης έχει υποβάλει αίτηση για υπαγωγή σε διαδικασία του Ν.3588/2007, του Ν.3869/2010, του Ν.4605/2019 ή του Ν.4469/2017, η οποία εκκρεμεί, ή εκκρεμεί η έκδοση δικαστικής απόφασης ή η ίδια η διαδικασία, ή όταν ο δανειολήπτης έχει υπαχθεί στη διαδικασία του άρθρου 68 του Ν.4307/2014, η οποία εκκρεμεί.

6. Όταν συντρέχει η περίπτωση ε) της παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν.4738/2020.

7. Όταν ο δανειολήπτης είναι νομικό πρόσωπο που έχει τεθεί σε εκκαθάριση.

8. Όταν υπάρχουν απαιτήσεις έναντι δανειολήπτη, κατά του οποίου τρίτοι πιστωτές έχουν κινήσει δικαστικές ενέργειες για την εξασφάλιση προς αυτούς χρεών.

Το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να εντάξει τον δανειολήπτη στο Στάδιο 3 (Αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων) της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων, εφόσον αυτός προσέλθει και υποβάλει με δική του πρωτοβουλία την πληροφόρηση που απαιτεί ο Κώδικας Δεοντολογίας για την αξιολόγηση της ικανότητας αποπληρωμής των οφειλών του δανειολήπτη, εκτός εάν συντρέχει μία εκ των παραπάνω περιπτώσεων (1 έως 8).

Ο δανειολήπτης καθώς και οι εγγυητές των οφειλών του, πρέπει να προβούν στα παρακάτω βήματα:

  1. Είσοδος στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του Κώδικα Δεοντολογίας και δημιουργία αίτησης με χρήση των κωδικών taxisnet προς έναν μόνο χρηματοδοτικό φορέα ανά αίτηση.
  2. Εφόσον έχει προηγηθεί ενημέρωση της πλατφόρμας από το ίδρυμα για την επίδοση της «Ειδοποίησης», ο αιτών μπορεί να ενημερωθεί από την σχετική επιλογή στο μενού για την ύπαρξη της ειδοποίησης. Σε περίπτωση που υπάρχουν νέες ειδοποιήσεις εμφανίζεται μια κόκκινη ένδειξη, που τις υποδεικνύει.
  3. Στη συνέχεια γίνεται άρση του τραπεζικού απορρήτου.
  4. Ακολουθεί η άντληση δεδομένων και η συμπλήρωση στοιχείων που δεν υπάρχουν ήδη ηλεκτρονικά καταχωρημένα.
    Η ορθή και πλήρης συμπλήρωση των στοιχείων της αίτησης (με πλήρη καταγραφή όλων των οικονομικών και άλλων στοιχείων, δηλαδή όλων των εσόδων / εισοδημάτων από όλες τις πηγές ακόμα και μελλοντικών εσόδων καθώς και όλων των εξόδων που απαιτούνται για τη διαβίωση όλων όσων διαμένουν στο ίδιο σπίτι), καθώς και η επισύναψη όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών, αποτελεί υποχρέωση και είναι προς όφελος του δανειολήπτη.
    Αποτελεί, επίσης, ένα ιδιαιτέρως κρίσιμο σημείο διότι οποιοδήποτε ποσό χρημάτων περισσεύει (αφού καλυφθούν όλα τα έξοδα της οικογένειας), σημαίνει ότι θα πρέπει να δοθεί στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα για την αποπληρωμή των δανείων.
    Στην περίπτωση εταιρείας ή επιχειρηματικής δραστηριότητας, τότε θα πρέπει να κατατεθούν και όλα τα οικονομικά της στοιχεία όπως και ένα επιχειρηματικό σχέδιο (business plan) για την τεκμηρίωση των εσόδων – εξόδων και την οικονομική πορεία της επιχείρησης.
    Σε περίπτωση ελλιπούς συμπλήρωσης των στοιχείων αυτών, τότε το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δύναται να κατατάξει τον δανειολήπτη και εγγυητή στην κατηγορία του μη συνεργάσιμου δανειολήπτη. Αυτό σημαίνει ότι δεν συνεργάζεται για την παροχή των απαιτούμενων πληροφοριών, με σκοπό να διαπιστωθεί αν όντως έχει οικονομική αδυναμία ή αποτελεί στρατηγικό κακοπληρωτή. Μια τέτοια ανεπιθύμητη εξέλιξη θα δυσχεραίνει τη θέση του δανειολήπτη, καθώς θα διακόψει την διαδικασία ένταξής του στον Κώδικα Δεοντολογίας.
    Προς αποφυγή μίας τέτοιας δυσάρεστης για τον δανειολήπτη κατάστασης θα πρέπει να είναι συνεργάσιμος. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να δίνονται στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα όλες οι σχετικές πληροφορίες χωρίς αυτό να μεταφράζεται σε υποχρέωση αποδοχής σε καθετί που ζητά το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, αφού αρκετά θέματα αποτελούν σημείο διαπραγμάτευσης μεταξύ πιστωτή και δανειολήπτη.
  5. Υποβολή οριστικής αίτησης.
  6. Αξιολόγηση της αίτησης από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
  7. Μετά την ανωτέρω αξιολόγηση κάθε ίδρυμα παρέχει, χωρίς αυτό να θεωρείται νέα υπηρεσία προς τον δανειολήπτη (εδάφιο τρίτο και τέταρτο της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013) που θεωρείται συνεργάσιμος, πρόταση μιας ή περισσότερων εναλλακτικών λύσεων ρύθμισης και, αν καμία εξ αυτών δεν συμφωνηθεί, λύση/εις οριστικής διευθέτησης.
  8. Αξιολόγηση της ανωτέρω πρότασης ρύθμισης από τον δανειολήπτη ο οποίος επιλέγει αν θα την αποδεχτεί ή αν θα την απορρίψει ή αν θα προτείνει εναλλακτική αντιπρόταση εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών.
  9. Εφόσον ο αιτών έχει επιλέξει να κάνει αντιπρόταση, το Ίδρυμα οφείλει να την αξιολογήσει εντός ενός μήνα από την παραλαβή της και
    (α) είτε να συναινέσει με την αντιπρόταση
    (β) είτε να απαντήσει με «γραπτή επικοινωνία» ότι την απορρίπτει και ότι παραμένει ενεργή η αρχική του πρόταση, με τη βασική σχετική τεκμηρίωση
    (γ) είτε να υποβάλει νέα πρόταση, η οποία είναι η τελική.

Σε κάθε περίπτωση, το Ίδρυμα θα πρέπει να υποβάλει τελική πρόταση στην οποία να επισημαίνει αν αυτή περιλαμβάνει αποδοχή της αντιπρότασης του αιτούντα, διατήρηση της αρχικής πρότασης ή νέα πρόταση σε απάντηση της αντιπρότασης του αιτούντα.

Για να καθοριστεί η λύση ρύθμισης, εξετάζονται τα διαθέσιμα εισοδήματα (δηλ. έσοδα μείον (-) εύλογες δαπάνες διαβίωσης), καθώς και η περιουσία του δανειολήπτη όπως επίσης και όσων συνδέονται μαζί του π.χ. σύζυγος, εξαρτώμενα ενήλικα μέλη και η περιουσία των συνοφειλετών και εγγυητών του.

Η ρύθμιση οφειλών επιτυγχάνεται, μέσω διαπραγμάτευσης μεταξύ πιστωτή και δανειολήπτη. Η τράπεζα ή ο διαχειριστής δανείου δεν είναι δυνατό να λάβει από όλους τους ανωτέρω εμπλεκόμενους χρήματα που είναι λιγότερα από την αξία ρευστοποίησης όλων των περιουσιακών στοιχείων τους.

Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσδιορίζουν τα έξοδα που είναι αποδεκτό να έχει μια οικογένεια για να ζήσει επαρκώς. Αφού καλυφθούν οι δαπάνες αυτές, το οποιοδήποτε ποσό περισσεύει, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή των χρεών προς τράπεζες και διαχειριστές δανείων.

Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης περιλαμβάνουν υποχρεωτικά τα ακόλουθα έξοδα:

  • διατροφής,
  • στέγασης στην 1η κατοικία, δηλ. παροχών ενέργειας και νερού, θέρμανσης, επισκευής και συντήρησης, επίπλων και οικιακού εξοπλισμού,
  • για είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας (π.χ. καθαριστικά),
  • μόρφωσης, όπως ιδιωτικά σχολεία και φροντιστήρια τέκνων,
  • μεταφοράς (π.χ. όχημα, βενζίνη, εισιτήρια ΜΜΕ),
  • ένδυσης και υπόδησης,
  • υπηρεσιών επικοινωνίας (τηλέφωνο, Internet) και ταχυδρομείων,
  • υπηρεσιών κοινωνικής προστασίας,
  • οικονομικών υπηρεσιών (λογιστής κ.λπ.),
  • διατροφής τέκνου (π.χ. σε διαζευγμένους),
  • διαβίωσης προστατευόμενων / εξαρτώμενων μελών που διαμένουν στην ίδια 1η κατοικία (δηλ. υποστήριξη διαβίωσης συγγενών που συγκατοικούν),
  • ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (γιατροί, φάρμακα, εξετάσεις κ.λπ.) σε τυπική βάση (δηλ. χωρίς να υπάρχει κάποια ειδική / μόνιμη ασθένεια ή πάθηση).

Οι ανωτέρω δαπάνες δεν θεωρείται εύλογο να ξεπερνούν τα όρια που παρουσιάζονται στον ακόλουθο πίνακα εύλογων δαπανών διαβίωσης της ΕΛΣΤΑΤ:

Τα ανωτέρω ποσά των εύλογων δαπανών διαβίωσης είναι «καθαρά», μετά την αφαίρεση των όποιων φόρων (όπως προκύπτουν στο εκκαθαριστικό σημείωμα της Εφορίας).

Πρόσθετα στις ανωτέρω δαπάνες, είναι εύλογο να προστίθενται και οι ακόλουθες δαπάνες, που προκύπτουν σε ειδικές / έκτακτες περιστάσεις:

  • φόροι και εισφορές,
  • δαπάνες ενοικίασης 1ης κατοικίας (σε περίπτωση που δεν διαθέτει ιδιόκτητη 1η κατοικία ή είναι αναγκασμένος να διαμένει σε άλλη πόλη, εξαιτίας της εργασίας του),
  • δαπάνες για σπουδαστικές ανάγκες φοιτητών (που αποτελούν εξαρτώμενα μέλη της οικογένειας), όπως έξοδα μετάβασης, διαμονής και διατροφής τους,
  • δαπάνες σοβαρών ασθενειών και παθήσεων, όπως για νοσηλεία και φάρμακα (π.χ. καρκινοπαθείς, ΑΜΕΑ) ή σε περίπτωση ατυχημάτων ή σε λοιπές ιδιάζουσες συνθήκες ή θανάτου,
  • δαπάνες αποκατάστασης ζημιών από φυσικές καταστροφές,
  • πρόστιμα,
  • δικαστικές αποφάσεις (π.χ. για διατροφή τέκνου).

Επιπρόσθετα οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης μπορούν να λαμβάνουν υπόψη και τα ακόλουθα, μόνο σε ειδικές περιπτώσεις:

  • επιπλέον δαπάνες εστίασης (π.χ. διατροφή σε εστιατόριο κ.λπ.).
  • επιπλέον διαρκή αγαθά και συσκευές.
  • επιπλέον δαπάνες για κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και καπνού, αεροπορικές μετακινήσεις, τουριστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες αναψυχής, πολιτισμού και αθλητισμού.

Το κατά πόσο μια δαπάνη είναι εύλογη (δηλ. αν είναι όντως ανελαστική και θα πρέπει υποχρεωτικά να καλύπτεται) προκύπτει με 2 τρόπους:

  1. από τον πίνακα εύλογων δαπανών διαβίωσης της ΕΛΣΤΑΤ (βλέπε ανωτέρω), ο οποίος θέτει κάποια όρια ποσών σε ευρώ
  2. αν ξεπερνά τα ποσά του πίνακα ΕΛΣΤΑΤ, τότε θα πρέπει να αποδεικνύεται με συγκεκριμένα τεκμήρια / έγγραφα.

Τα ιδρύματα μπορούν να αναρτήσουν στην Πλατφόρμα κατά την αρχική και την τελική πρότασή τους διάφορους τύπους λύσεων ή συνδυασμό αυτών. Οι τύποι αυτοί είναι προκαθορισμένοι και μπορεί να προταθεί η ταυτόχρονη εφαρμογή παραπάνω από ενός τύπου λύσης προς τον αιτούντα. Οι τύποι αυτοί είναι:

Τύποι βραχυπρόθεσμων ρυθμίσεων: Πρόκειται για τύπους ρύθμισης με διάρκεια έως και δύο έτη που αφορούν σε περιπτώσεις όπου οι δυσκολίες αποπληρωμής κρίνονται, βάσιμα, προσωρινές. Σε αυτή την κατηγορία κατατάσσονται τα εξής:

  1. Κεφαλαιοποίηση Ληξιπρόθεσμων Οφειλών: H κεφαλαιοποίηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και η αναπροσαρμογή του προγράμματος αποπληρωμής του οφειλόμενου υπολοίπου.
  2. Τακτοποίηση Ληξιπρόθεσμων Οφειλών: Συμφωνία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών με προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα.
  3. Μειωμένη Δόση Μεγαλύτερη των Οφειλόμενων Τόκων: Μείωση της τοκοχρεωλυτικής δόσης αποπληρωμής σε επίπεδο που υπερβαίνει αυτό που αντιστοιχεί σε αποπληρωμή μόνο τόκων για καθορισμένη βραχυπρόθεσμη περίοδο.
  4. Καταβολή μόνο Τόκων: Κατά τη διάρκεια καθορισμένης βραχυπρόθεσμης περιόδου καταβάλλονται μόνο τόκοι.
  5. Μειωμένη Δόση Μικρότερη των Οφειλόμενων Τόκων: Μείωση της τοκοχρεωλυτικής δόσης αποπληρωμής σε επίπεδο μικρότερο από αυτό που αντιστοιχεί σε αποπληρωμή μόνο τόκων για καθορισμένη βραχυπρόθεσμη περίοδο. Οι ανεξόφλητοι τόκοι κεφαλαιοποιούνται ή διευθετούνται.
  6. Περίοδος Χάριτος: Αναστολή πληρωμών για προκαθορισμένη περίοδο. Οι τόκοι κεφαλαιοποιούνται ή διευθετούνται.

Τύποι μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων: Αφορούν σε ρυθμίσεις με διάρκεια μεγαλύτερη των δύο ετών, με στόχο τη μείωση της τοκοχρεωλυτικής δόσης ή/και της δανειακής επιβάρυνσης, λαμβάνοντας υπόψη συντηρητικές παραδοχές για την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη μέχρι τη λήξη του προγράμματος αποπληρωμής. Πιο αναλυτικά πρόκειται για τις εξής περιπτώσεις:

  • Μείωση Επιτοκίου: Μείωση του επιτοκίου ή του επιτοκιακού περιθωρίου.
  • Παράταση Διάρκειας: Επιμήκυνση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου (δηλαδή μετάθεση της συμβατικής ημερομηνίας καταβολής της τελευταίας δόσης του δανείου για περισσότερα από δύο έτη).
  • Διαχωρισμός Οφειλής: Διαχωρισμός της οφειλής του δανειολήπτη σε δύο τμήματα:
    i) το τμήμα του δανείου, το οποίο ο δανειολήπτης εκτιμάται ότι μπορεί να αποπληρώνει, με βάση την υφιστάμενη και την εκτιμώμενη μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του, και
    ii) το υπόλοιπο τμήμα του δανείου, το οποίο τακτοποιείται μεταγενέστερα, με ρευστοποίηση περιουσίας ή άλλου είδους διευθέτηση, η οποία συμφωνείται εξ αρχής από τα δύο μέρη.
  • Μερική Διαγραφή Οφειλής : Οριστική διαγραφή μέρους της συνολικής απαίτησης του ιδρύματος, ώστε η εναπομένουσα οφειλή να διαμορφωθεί σε ύψος που εκτιμάται ότι είναι δυνατό να εξυπηρετηθεί ομαλά.
  • Λειτουργική Αναδιάρθρωση Επιχείρησης : Αναδιοργάνωση της επιχείρησης, ώστε να καταστεί βιώσιμη και ικανή για την ομαλή εξυπηρέτηση των οφειλών της. Η αναδιοργάνωση μπορεί να περιλαμβάνει ενέργειες όπως η αλλαγή διοίκησης, η πώληση περιουσιακών στοιχείων, ο περιορισμός του κόστους, ο εταιρικός μετασχηματισμός, η ανανέωση πιστωτικών ορίων ή/και η παροχή νέων δανείων.
  • Συμφωνία Ανταλλαγής Χρέους με Μετοχικό Κεφάλαιο : Μετατροπή μέρους της οφειλής σε μετοχικό κεφάλαιο, ώστε η εναπομένουσα οφειλή να διαμορφωθεί σε ύψος που εκτιμάται ότι είναι δυνατό να εξυπηρετηθεί ομαλά.

Τμήμα Λύσεων Οριστικής Διευθέτησης: Ως λύση οριστικής διευθέτησης ορίζεται οποιαδήποτε μεταβολή του είδους της συμβατικής σχέσης μεταξύ ιδρύματος και δανειολήπτη ή ο τερματισμός αυτής, με στόχο την οριστική τακτοποίηση της απαίτησης του ιδρύματος έναντι του δανειολήπτη. Η λύση αυτή μπορεί να συνδυάζεται με παράδοση (εθελοντική) στο ίδρυμα των πραγμάτων επί των οποίων έχει συσταθεί εμπράγματη ασφάλεια προς μείωση του συνόλου της απαίτησης ή ακόμα και με οικειοθελή εκποίηση των πραγμάτων επί των οποίων έχει συσταθεί εμπράγματη ασφάλεια προς τακτοποίηση της απαίτησης. Ενδεικτικές λύσεις που προσφέρονται στο πλαίσιο των διεθνών πρακτικών, η υιοθέτηση εκάστης εξ αυτών, όμως, τελεί υπό την επιφύλαξη των σχετικών προβλέψεων του ελληνικού δικαίου:

  • Λοιπές Εξωδικαστικές Ενέργειες: Οι εξωδικαστικές ενέργειες που δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις παρακάτω κατηγορίες.
  • Εθελοντική Παράδοση Ενυπόθηκου Ακινήτου: O δανειολήπτης, ο οποίος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στους όρους αποπληρωμής ενυπόθηκου δανείου, παραχωρεί οικειοθελώς (δηλαδή χωρίς να απαιτηθεί η προσφυγή σε δικαστικές ενέργειες από πλευράς του ιδρύματος) την κυριότητα του υπέγγυου ακινήτου στο ίδρυμα. Στη σχετική συμφωνία διατυπώνεται σαφώς ο τρόπος διευθέτησης του τυχόν υπολοίπου. Η εν λόγω λύση μπορεί να αφορά οικιστικό ακίνητο ή επαγγελματική στέγη.
  • Μετατροπή σε Ενοικίαση/Χρηματοδοτική Μίσθωση: O δανειολήπτης μεταβιβάζει την κυριότητα του ακινήτου στο ίδρυμα υπογράφοντας σύμβαση ενοικίασης/χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία του εξασφαλίζει τη δυνατότητα μίσθωσης του ακινήτου για ορισμένη ελάχιστη χρονική περίοδο. Η εν λόγω λύση μπορεί να αφορά οικιστικό ακίνητο ή επαγγελματική στέγη.
  • Εθελοντική Εκποίηση Ενυπόθηκου Ακινήτου: O δανειολήπτης προβαίνει οικειοθελώς σε πώληση του υπέγγυου ακινήτου σε τρίτο με τη σύμφωνη γνώμη του ιδρύματος. Στην περίπτωση που το τίμημα της πώλησης υπολείπεται του συνόλου της οφειλής, το ίδρυμα προβαίνει σε διαγραφή της εναπομένουσας οφειλής. Η εν λόγω λύση μπορεί να αφορά οικιστικό ακίνητο ή επαγγελματική στέγη.
  • Διακανονισμός Απαιτήσεων: Εξωδικαστική συμφωνία κατά την οποία το ίδρυμα λαμβάνει είτε εφάπαξ καταβολή σε μετρητά (ή ισοδύναμα μετρητών) είτε σειρά προκαθορισμένων τμηματικών καταβολών. Στο πλαίσιο του διακανονισμού το ίδρυμα ενδέχεται να προβαίνει σε μερική διαγραφή της απαίτησης.
  • Υπερθεματιστής σε πλειστηριασμό: Το ίδρυμα υπερθεματίζει στον πλειστηριασμό αποκτώντας την κυριότητα του ενυπόθηκου ακινήτου ή άλλης εμπράγματης εξασφάλισης στο πλαίσιο ευρύτερης συμφωνίας οριστικής διευθέτησης της οφειλής με τη συναίνεση του δανειολήπτη.
  • Ολική Διαγραφή Οφειλής: To ίδρυμα αποφασίζει τη διαγραφή του συνόλου της οφειλής εφόσον δεν υπάρχουν ρευστοποιήσιμα στοιχεία και δεν αναμένεται περαιτέρω ανάκτηση.
  • Διατήρηση Υπάρχουσας Υλοποίησης: Χρησιμοποιείται στην περίπτωση που το Ίδρυμα δεν υποβάλει νέα πρόταση και παραμένει στην υπάρχουσα υλοποίηση.

Οι παραπάνω τύποι λύσεων χρησιμοποιούνται και στην τελική πρόταση του ιδρύματος.

Ως μη συνεργάσιμος μπορεί να χαρακτηριστεί ένας οφειλέτης όταν δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις επικοινωνίας και συνεργασίας προς το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή όποιον ενεργεί νομίμως για λογαριασμό του. Πιο αναλυτικά,  μπορεί να χαρακτηριστεί ως μη συνεργάσιμος ο οφειλέτης όταν ισχύει κάποιο/α από τα παρακάτω:

  • Δεν παρέχει πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας (π.χ. αριθμό σταθερού ή κινητού τηλεφώνου, αριθμό φαξ, email, διεύθυνση κατοικίας και εργασίας).
  • Δεν είναι διαθέσιμος σε επικοινωνία και δεν ανταποκρίνεται με ειλικρίνεια και σαφήνεια σε κλήσεις και επιστολές του Χ.Ι. ή όποιου ενεργεί νομίμως για λογαριασμό του, αυτοπροσώπως είτε δια του αντικλήτου του, με κάθε πρόσφορο τρόπο, εντός 15 εργάσιμων ημερών.
  • Δεν προβαίνει, αυτοπροσώπως είτε δια του αντικλήτου του, σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών αναφορικά με την τρέχουσα οικονομική του κατάσταση, εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα μεταβολής της ή εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημέρα που θα ζητηθούν ανάλογες πληροφορίες .
  • Δεν προβαίνει, αυτοπροσώπως είτε δια του αντικλήτου του, σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών οι οποίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη μελλοντική οικονομική του κατάσταση, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημέρα που θα περιέλθουν σε γνώση του, όπως πλήρωση προϋποθέσεων λήψης επιδόματος, εμφάνιση νέων περιουσιακών στοιχείων που θα περιέλθουν στην κυριότητά του (π.χ. κληρονομιά), απώλεια κυριότητας περιουσιακών στοιχείων, ανακοινώσεις απόλυσης, καταγγελίες μισθώσεων, εξαγορά ασφαλιστικών προϊόντων, κέρδη οποιασδήποτε μορφής κ.ά.
  • Δεν συνεργάζεται με σκοπό τη διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης για ρύθμιση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Δεοντολογίας του Ν.4224/2013.
  • Για φυσικά πρόσωπα: Σε περίπτωση που χαρακτηριστεί ο δανειολήπτης μη συνεργάσιμος και εφόσον είναι φυσικό πρόσωπο του οποίου διακυβεύεται ο εκπλειστηριασμός της μοναδικής κατοικίας του, ενημερώνεται από το Χ.Ι. εγγράφως ή ηλεκτρονικά εφόσον έχει συμφωνηθεί, εντός 15 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία χαρακτηρισμού του.
  • Για νομικά πρόσωπα-πολύ μικρές επιχειρήσεις: η ενημέρωση για τον χαρακτηρισμό του δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμου πραγματοποιείται κατά τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης ή νωρίτερα.

Οι νομικές συνέπειες και επιπτώσεις του χαρακτηρισμού ενός δανειολήπτη ως μη συνεργάσιμου είναι:

  • η δρομολόγηση από το Χ.Ι. των νόμιμων ενεργειών για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του, π.χ.: καταγγελία, έκδοση διαταγής πληρωμής, λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αναγκαστική κατάσχεση της κινητής ή ακίνητης περιουσίας, συμπεριλαμβανομένου του ακινήτου που αποτελεί τη μοναδική κατοικία του δανειολήπτη, καθώς επίσης και των απαιτήσεων κατά τρίτων, εκποίηση τυχόν εξασφαλίσεων που έχουν παρασχεθεί από εγγυητές και τρίτα πρόσωπα,
  • ο κίνδυνος αποκλεισμού από ειδικές ευεργετικές διατάξεις της νομοθεσίας,
  • ο κίνδυνος αποκλεισμού από πιθανά πλεονεκτήματα που ο δανειολήπτης θα μπορούσε να έχει εάν συνεργαζόταν με την τράπεζα για την εξεύρεση κατάλληλης λύσης.

Ένας δανειολήπτης που έχει κατηγοριοποιηθεί ως μη συνεργάσιμος, έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στη Διαδικασία εξέτασης ενστάσεων (Δ.Ε.Ε.) (εξωσυστημική διαδικασία) για να υποβάλει ένσταση επί της διαδικασίας που οδήγησε στον χαρακτηρισμό του ως μη συνεργάσιμο. Η προσφυγή μπορεί να γίνεται μία φορά κάθε φορά εφαρμογής της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ.).

Εφόσον ο αιτών προβεί σε ένσταση η οποία γίνει δεκτή, το Ίδρυμα θα μπορεί μέσα από το περιβάλλον της Πλατφόρμας, να επαναφέρει την αίτηση στο στάδιο που θα επιλέξει.

Από το στάδιο αυτό και έπειτα η διαδικασία συνεχίζεται όπως περιγράφεται παραπάνω.

Εάν τα μέρη εξαντλήσουν τη διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας, περιλαμβανομένης της διαδικασίας ενστάσεων, χωρίς να συμφωνήσουν τελικώς σε κοινά αποδεκτή λύση, αρμόδια είναι τα δικαστήρια, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται το δικαίωμα του δανειολήπτη να ζητήσει τη διαμεσολάβηση του Συνηγόρου του Καταναλωτή, όπως προβλέπεται στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013.